Discussion:
Οι Αρχαίοι Έλληνες Στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση
(too old to reply)
seemoss
2012-04-12 03:01:42 UTC
Permalink
Νοµίζω είναι ενδιαφέρον να γνωρίζουµε τι πίστευε ο ίδιος ο λαός για τον
λαό των Ελλήνων, αν δηλαδή πίστευαν οι πατεράδες και οι παππούδες µας
πως κατάγονται από τους Αρχαίους.
Από το βιβλίο του Ι.Κακριδή "οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή
παράδοση". Άλλοτε τα κείµενα είναι αυτούσιες διηγήσεις των λαικών
ανθρώπων, κι άλλοτε των περιηγητών.

===============

Α' ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

1. Όταν θέλουν να µιλήσουν για κάτι που έγινε σε πολύ παλιά χρόνια,
χρησιµοποιούν την έκφραση "από τον καιρό των Ελλήνων."
ΚΡΗΤΗ (ΣΦΑΚΙΑ), 19. αι.

2. Μια γριά Αντριώτισσα που ήξερε παλιές ιστορίες µάς είπε πως οι γενιές
των ανθρώπων ήταν τέσσερις. Πρώτα έζησαν οι ∆ράκοι, έπειτα οι αλλόπιστοι
Έλληνες, ύστερα οι Βενετσιάνοι και ύστερα οι Τούρκοι.
ΑΝ∆ΡΟΣ, 19. αι.

3. Στην επιστροφή κάναµε έναν απόγυρο, για να πάµε να δούµε στην άκρη
του κάµπου µια µικρή ερηµωµένη εκκλησιά, όπου θα µάς έδειχναν, λέει, το
κόκαλο ενός παλιού Έλληνα. Μια γριά έβγαλε από µια θήκη και µας έδειξε
ένα παγίδι, που το δίχως άλλο θα ήταν παγίδι γίγαντα, αν ήταν αλήθεια
παρµένο από κάποιου ανθρώπου το θώρακα. Ούτε και έδειχνε τόσο παλιό, για
να πάει ο νους µας σε κανενός προϊστορικού ζώου το λείψανο. Τότε
θυµήθηκα πως στα χρόνια της σκλαβιάς οι Τούρκοι, για να κουβαλούν τα
φορτώµατά τους, είχαν καραβάνια από καµήλες, που ξεκινώντας από τον
κόλπο του Λεπάντο, περνούσαν µέσα από το θεσσαλικό κάµπο. Η κάπως
τολµηρή αυτή ερµηνεία σκαντάλισε τη γριά εκκλησιάρισσα: -Τι, φώναξε, εσύ
δεν πιστεύεις για τους Έλληνες πως έζησαν; Μα ήταν γίγαντες, τόσο ψηλοί,
που όταν έπεφταν, δε µπορούσαν πια να σηκωθούν, γι' αυτό και χάθηκαν.
Καθώς δεν έδειχνα να την πιστεύω, η γριά συνέχισε: -Αυτοί οι
Έλληνες ήταν πιο παλιοί από τον Αδάµ. Στα χρόνια εκείνα ζούσαν και
άνθρωποι τόσο µικροί, που όταν έπεφταν µέσα στο φαγητό τους, την
πάθαιναν σαν τις µύγες, όταν πέφτουν µέσα σε λίγο γάλα. Έτσι χάθηκαν και
αυτοί. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, µια φορά όλα τούτα που σού λέω τα
βρίσκεις στο Ευαγγέλιο!
ΘΕΣΣΑΛΙΑ (ΤΣΑΡΙΤΣΑΝΗ ΤΥΡΝΑΒΟΥ), 19. αι. - Του Λεπάντο = της
Ναυπάκτου.


Β' ∆ΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΗΜΑ

4. Στον καιρό των παπούδων των παππούδων µας, κάποιοι από το χωριό µας
ταξίδεψαν στην Πόλη. Όταν έµαθαν πως εκεί ζούσε ακόµα µια γριά από τη
γενιά των Ελλήνων, είπαν να πάνε να την ιδούν. Είχε ανάστηµα πιο µεγάλο
από ανθρώπου, µόνο που από τα γεράµατα είχε στραβωθεί. Τούς ρώτησε να
µάθει για τον τόπο τους, και ύστερα γυρνώντας σε έναν από αυτούς ζήτησε
να της δώσει το χέρι του. Εκείνος τρόµαξε και δεν το αποκότησε, µόνο
άρπαξε µια µασιά που βρέθηκε στο τζάκι και της την έδωκε. Η γριά έσφιξε
τη µασιά µέσα στα δάκτυλά της και την έσπασε. Τότε τους είπε: - Είσταστε
δυνατοί και εσείς, µα όχι όσο ήµασταν εµείς! (γιατί θαρρούσε πως
κρατούσε το χέρι του!)
ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ (ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑ ΑΣΤΑΚΟΥ), 19. αι.

5.Σε πιο παλιά χρόνια ζούσαν εδώ οι Λήνηδες, άντρες δυνατοί,
µεγαλόκορµοι, τις πιο πολλές φορές γυµνοί. αγαπούσαν τους άλλους
ανθρώπους. Ακόµα και σήµερα τους βλέπουν µερικοί µέσα στο δάσος. Έναν
γέρο ∆ρανιτσιώτη, ιδρωµένο και αποσταµένο, µε το υνί στον ώµο του, τον
απάντησε ένας Λήνης και του λέει: - Γιατί 'σαι έτσι αποσταµένος; - Απ'
τ' αλέτσι που 'ναι βαρύ, του λέει. Και το πήρ' ο Λήνης και του λέει: -
Αυτό 'ναι βαρύ; Και το 'κλασε µε τα χέρια του απάνω στο γόνα του.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ (∆ΡΑΝΙΤΣΑ ΚΑΡ∆ΙΤΣΑΣ), 19. αι. - Έκλασε = έσπασε

6. Στου Βερνίκου το κάστρο κατοίκααν οι Έλλενοι, αθρώποι άξιοι και πολύ
δυνατοί. Μπροστά τους εµείς φαινόµασταν µύγες. Όντας φάνηκε η καινούργια
πλάση, έζηε ακόµα ένας απ' αυτουνούς τους Έλλενους, που δεν ήγλεπε, ήταν
γκαβός. Μαζώχτηκαν οι-γ-αθρώποι και τον κοίτααν. Είχε κάτι ποδάρες, κάτι
χερούκλες, τέτοιες για! - Για δοµούτε το χέρι, τους λέει αυτός, να ιδώ
τη δύναµή σας. Οι αθρώποι τόδωκαν το γυνί. Το 'πεκ' αυτός µε το χέρι του
και το λύισε. - Είστε, τους είπε - γιατί πήρε το γυνί για χέρι -
δυνατοί και εσείς, αλλ' εµείς ήµασταν αξιότεροι.
ΗΠΕΙΡΟΣ (ΒΕΡΝΙΚΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ), 20. αι. - ∆οµούτε = δώστε µου. Τό
'πεκε = το έπιασε.

7. Για είναι Καστρί πόχει πέτρες θεριές, χτισµένες µια αχπάνου στην
άλλη. Αυτά τα 'φτιασαν άλλο σόι κόσµος που δεν τους γέννησε µάνα. Αυτοί
ήταν από τους παλιούς Έλληνες.
ΗΠΕΙΡΟΣ (ΑΛΠΟΥΧΩΡΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ), 20. ΑΙ. - Καστρί = η ∆ωδώνη.

8. Τον παλιό καιρό, τω καιρώ εκείνω που λέει και το Ευαγγέλιο, οι αθρώπ'
ήτον αψηλοί και µεγαλοκαµωµένοι. Ήτονε δα µαθές σα τζι παλαιοί Έλληνες,
πο στήνασι µοναχί ντονε χωρίς σύνεργα ολόκληρα βουνά και τα πααίνασιν
όπο θέλασι. Τέθοια παλικάρια εστήσασιν και τσι κολόνες τση Πορτάρας της
Αξάς, εχτίσασι τον πύργο του Χειµάρρου, που 'τονε δέκα βολές πκι' αψηλός
από ό,τι είναι τώρα, κι εκάµασιν και τον Απόλλωνα.
ΝΑΞΟΣ, 20. αι. - Κολώνες τση Πορτάρας: ο λόγος είναι για την πύλη του
ναού του Απόλλωνα κοντά στην είσοδο του λιµανιού της Χώρας, τα
"Παλάτια". Τον πύργο του Χειµάρρου: στη νότια παραλία του νησιού. Τον
Απόλλωνα: το άγαλµα του Απόλλωνα στην οµώνυµη τοποθεσία στα βορινά του
νησιού.

9. Οι παλιοί Έλληνες ήτανε τόσο αψηλοί που έχτισαν τα κάστρα της
Σηλυβριάς χωρίς σκάλες και σκαλωσιές.
ΘΡΑΚΗ, 20. αι.

10.Της Κερασούντας τα κάστρα τα έχτισε η Κεράσα. Μαστόρους είχεν
Έλλενους. Αυτοίνοι ήταν τόσο µεγάλοι, που από τη ρίζα του βουνού έφταναν
ώς την κορφή και έβαζαν απάνω τις πέτρες. Η Κεράσα έψηνε το φαγί και το
έφερνε στη Γαράσαρη και πάλι δεν εκρύωνε. Μια µέρα, την ώρα που έρχνταν
στο δρόµο, απάντησε έναν σαν εµάς άνθρωπο. της φάνηκε παράξενος και πήρε
και τον έβαλε στην τσέπη της. Έκατσαν στο τραπέζι, και την ώρα που
έτρωγαν, ο άνθρωπος πετάχτηκε έξω από την τσέπη της Κεράσας. Αυτή τον
θυµήθηκε τότε και τον έβγαλε και τον έβαλε πάνω στο τραπέζι. Οι Έλλενοι,
όταν τον είδαν τόσο µικρό, εθάµαξαν.
ΠΟΝΤΟΣ, 19. αι. - Η µυθική αυτή παράδοση γεννήθηκε από τα κυκλώπεια
τείχη και το όνοµα της πόλης. Η µετακόµιση της τροφής από το Καρα-Χισάρ
(τη Νικόπολη) φανερώνει, κατά τον συλλογέα, ότι και στα παλιά χρόνια από
εκεί η πόλη της Κερασούντας προµηθευόταν το στάρι και τα άλλα τρόφιµα,
όπως και τώρα.

11. Οι Έλληνες οι παλαιικοί ήντουσαν θεορατικοί. Ψηλοί ίσιαµ' ένα λεύκο.
Τότε λένε ήντουσαν κι άνθρωποι σαν κι εµάς και µπήκαν κάµποσοι στην
τζιέπη ενού Έλληνα. Κάνει νια βολά έτσι και βάνει το χέρι τους στην
τζιέπη και το βγάζει µε τους ανθρώπους απάνω στην απαλάµη του. - Ρε, τι
'ναι δω, λέει ο Έλληνας. Τι ανθρωπάκια είναι τούτα, τι ανθρωπάκια!
ΚΥΝΟΥΡΙΑ (ΒΟΥΡΒΟΥΡΑ), 20. αι.

12. Στο Ροξαδό είναι κάτι τείχια µε πολύ µεγάλες πέτρες πελεκητές από
τον παλαιό καιρό. Τότες οι άνθρωποι ήταν τόσο µεγάλοι και τόσο µακριά
χέρια είχαν, που αυτές τις πέτρες εστεκόντανε στην Ίµπρο και άπλωναν και
τις έπαιρναν από το Σαµοθράκι απέναντι και τις έβαναν τη µια απάνω στην
άλλη χωρίς ασβέστη και πηλό.
ΙΜΒΡΟΣ, 19. αι.

13. Οι Έλληνες ήταν πάρα πολύ µεγάλοι άνθρωποι. το κεφάλι τους έφτανε ώς
τα σύννεφα. ΄Ηταν ψηλότεροι και χοντρότεροι από το βουνί της Σιούτιστας.
Όταν έχτιζαν τα κάστρα που φαίνονται ακόµα στην Κρετσούνιτσα και στη
Βελτσίστα, άπλωνε ο ένας το χέρι του από την Κρετσούνιστα και ο άλλος
από την Βέλτσιστα και εδανείζονταν τα σύνεργά τους. Τότες που ζούσαν οι
Έληες δεν χρειαζόνταν γιοφύρια, γιατί αυτοί πηγούδαν τον Καλαµά σαν που
πηδούµε εµείς σήµερα τες αυλακιές στο χωράφι. Φώναζαν από δω κι
απηλογιόνταν από την Άρτα. Με εκατό δρασκέλες πάγαιναν από δω ώς τα
Γιάννενα. Όταν πολεµούσαν αναµεταξύ τους, έριχναν ο ένας στον άλλο
ραϊδιά, γιατί δεν είχαν ντουφέκια τότες. Τέτοιοι θα
ήµασταν και εµείς, αλλά ανάθεµα στη Μονοβύζα, που µάς κατάντησε σαν που
είµαστε σήµερα!
ΗΠΕΙΡΟΣ (ΜΙΚΡΟ ΣΟΥΛΙ ΚΟΥΡΕΝΤΩΝ), 19. αι. - Τα χωριά Κρετσούνιστα και
Βελτσίστα απέχουν δυόµισι ώρες δρόµο µεταξύ τους. το ένα βρίσκεται στη
δεξιά, το άλλο στην αριστερή όχθη του Θύαµη (Καλαµά). Η απόσταση του
Μικρού Σουλιού από την Άρτα είναι δυο ηµερών δρόµος. Ραϊδιά = ογκόλιθοι,
βράχοι. Μονοβύζα: βλέπε αρ. 25 και 26.

14. Όντας εφτιάνανε τα Στύλια, τον ίδιο καιρό χτίζανε και τον πύργο που
'ναι ψηλά στα Κόκαλα στο ∆ιαφόρτι, κοντά στον Αι-Λια τον Καρυώτη. Εκείνο
τον καιρό οι άνθρωπο ήσανε ψηλοί σαν κυπαρίσσια και παλικάρια και
αντρειωµένοι σαν τον Ηρακλή και τον Σαµψών. Και για να καταλάβεις τη
µεγάλη τους δύναµη που 'χανε, σού λέω πως αν καµµια φοράεχρειαζόσαντε οι
µαστόροι στα Στύλια κανένα σύνεργο που δεν είχανε, φωνάζαν γυρεύοντάς το
'φ' τους µαστόρους στα Κόκαλα, κι αυτοί πάλε ακούγανε τη φωνή και τους
το πετούσανε 'φ' τον αέρα.
ΑΡΚΑ∆ΙΑ (ΦΙΓΑΛΕΙΑ), 19. αι. - Στύλια: τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα
στις Βάσσες.

15. Τον καιρό των Ελλήνων ένας αντρειωµένος που τον έλεγαν Αριστοµένη,
άρπαζε βράχους από την κορυφή του Βουρκάνου και τους έριχνε ώς τη Μήλο.
ΜΕΣΣΗΝΙΑ (ΜΕΣΣΗΝΗ), 19. αι.

16. Στων Ελλήνωνε τον καιρό, τρεις αντρειωµένοι ερ΄νανε το λιθάρι στο
Καµάρι. - Θέλτε, λέει ο ένας στους αλλουνούς, να ρίξουµ' το λιθάρι;
Ελάτε, λέει, να πετάξουµε το λιθάρι και να ιδούµε ποιος θα προσπεράσει
τον άλλονε. Εδεχτήκανε οι άλλοι αντρειωµένοι. Πιάνει ο πρώτος το Ψηλό
Λιθάρι και το ρίνει, και µε την πρώτη το πέταξε ώς του Ζούγρα. Ο
δεύτερος το πέταξε ώς την Τσούκα, και ο άλλος ώς εκεί που είναι τώρα.
Ηθέλανε να το πάνε ώς την κορφή του Γέρου, µα οι αντρειωµένοι αποστάσανε
και δεν είχανε ανάκαρα να το ξαναρίξουνε. Κι έτσι το
αφήκανε εκεί που 'ν' τώρα. Το Ψηλό Λιθάρι βρίσκεται βορινά από τα
Τρίκαλα, δεξιά στο δρόµο, καθώς πάµε από τα Τρίκαλα στην Καρυά. Είναι
ένας βράχος θεόρτατος, πάνου από είκαοσι µέτρα ψηλός και καµµιά
δεκαπενταριά µέτρα χοντρός, και φαίνεται από τρεις ώρες µακριά. Από το
Καµάρι που το ΄ριχναν ώς εκεί που βρίσκεται τώρα είναι ωρών δρόµος.
ΚΟΡΙΝΘΙΑ (ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟ), 19. αι. - Γέρος: βουνό που χωρίζει τα Τρίκαλα
από την Καρυά.

17. Απόξω από τις δυο εκκλησιές της Απάνω Σύρας είναι δυο µυλόπετρες
λιοτριβειών. Αυτές οι παλιοί Έλληνες τις έρριχναν µακριά, όταν έπαιζαν
το λιθάρι.
ΣΥΡΟΣ, 19. αι.

18. Στη µεγάλη πόρτα του παλιού κάστρου της Μεσσήνης βρίσκεται ένα
θεόρατο λιθάρι που φράζει το δρόµο. Αυτό το έφερνε από µακριά στον καιρό
των Ελλήνων µια Ελλήνισσα. το εβαστούσε απάνο στο κεφάλι της, και ένεθε
και τη ρόκα της. Άµα έφτασε σε κείνο το µέρος, έκαµε αχ! γιατίεκουράστη
λίγο, και αµέσως εράγισε η πέτρα και έµεινε εκεί.
ΜΕΣΣΗΝΙΑ (ΜΕΣΣΗΝΗ), 19. αι.

19. Ήτανε µια Λήνισσα αρχαία, µεγλόσωµη, που την πέτρα αυτήν την ΄φερνε
στο κεφάλι. Της είπαν στο δρόµο ότι κλαίει το παιδί της, ότι αρρώστησε,
και την πέταξε. Κι έµεινε να τη λένε.
ΘΕΣΑΛΙΑ (ΣΜΟΚΟΒΟ ΚΑΡ∆ΙΤΣΑΣ), 20. αι.

20. Νια Έλληνη σήκωσε νια κολόνα στον ώµο και είχε και τη ρόκα της. Στο
δρόµο της είπαν πως πέθανε ο αδερφός της. Από τη λύπη της πέταξε την
κολόνα, κι έµεινε κει στο δρόµο, στη Σπάρτη µαθέ.
ΚΥΝΟΥΡΙΑ (ΒΟΥΡΒΟΥΡΑ), 20. αι.


===================================

Μερικά από τα σχόλια του Κακριδή:

"Ο λαός δε θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, αφού στους Έλληνες έδινε
υπερφυσικές δυνάµεις και τοποθετούσε την ακµή τους ακόµα και πριν τον
Αδάµ. Και όταν όµως ο Κορνάρος, στον 17ο ακόµα αιώνα, ανοίγει την
ιστορία του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας µε τους στίχους(Ι, 19κ.):

Τσι περαζόµενους καιρούς που οι Έλληνες όριζα
κι οπού δεν είχε η πίστη ντως θεµέλιο µηδέ ρίζα,,

µας δηλώνει έµµεσα αλλά απαρεξήγητα, πως ούτε τον εαυτό του ούτε τους
συγχρόνους του τούς λογάριαζε Έλληνες."

ΤΟ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕ Η ΛΕΞΗ "ΕΛΛΑ∆Α" ΩΣ ΚΑΙ ΤΟ 1821, ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ
∆ΙΑΚΥΡΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΡΗΓΑ ΦΕΡΡΑΙΟΥ, ΚΑΙ ΥΨΗΛΑΝΤΗ, ΑΠΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ
ΕΦΟΣΟΝ ΤΟ "ΕΛΛΗΝΑΣ" ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ ΣΕ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ∆ΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΑΠ' ΟΤΙ
ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΕΙΝΑΙ ΓΕΓΟΝΟΣ - σε συνδυασµό και µε τα παραπάνω λαϊκα
σχόλια για τη σηµασία του "Έλληνας" - ΠΩΣ ΤΟ "ΕΛΛΗΝΑΣ" ΩΣ ΣΥΝΕΙ∆ΗΣΗ στον
απλό λαό ΗΤΑΝ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ ΤΟΤΕ.

Ο Ρήγας Φερραίος µας ονόµαζε Ρωµηούς, διότι το "Έλληνας" γι αυτόν
σήµαινε όλους τους κατοίκους των Βαλκανίων. Χαρακτηριστικά λέει:

"Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωµηοί Για την ελευθεριά να
ζώσουµε σπαθί!"

Στο χάρτη της "Ελλάδας" του Φερραίου, στην "Ελλάδα" ανήκουν τα εδάφη από
Βοσνία ώς ∆υτική Μικρασία και από Ρουµανία ώς Κρήτη.

Ακριβώς και κατά την προκήρυξη της "Ελληνικής επανάστασης" το 1821, ο
Υψηλάντης κατονοµάζει ως ελλάδα τα εξής µέρη:

"Ο Μοριάς, η Ηπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησιά του
Αιγαίου, ΜΕ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΟΛΗ Η ΕΛΛΑ∆Α εχουν παρει τα άρµατα".

Ο Φωκίονας Νεγρης στο "ανάπτυξις του νόµου της επιδαύρου", 1824,
αναφέρει ως Έλληνες τους Σέρβους και τους Βούλγαρους, όµως, επειδή ούτε
κανείς από τους τρεις παραπάνω είχε χάσει τα λογικά του, ούτε
ζούσε στον κόσµο του, σηµαίνει πως το Έλληνας είναι όνοµα που είχε
τελείως διαφορετική σηµασία στον 19ο αι. τόσο για λαό, όσο και για
διανοούµενους.
Σηµασία εντελώς διαφορετική από αυτή που µας διδάσκουν στα σχολεία, ή
από αυτήν που νοµίζουν µερικοί ανιστόρητοι αρχαιολάτρες.
seemoss
2012-04-13 02:38:15 UTC
Permalink
Post by seemoss
20. Νια Έλληνη σήκωσε νια κολόνα στον ώµο και είχε και τη ρόκα της. Στο
δρόµο της είπαν πως πέθανε ο αδερφός της. Από τη λύπη της πέταξε την
κολόνα, κι έµεινε κει στο δρόµο, στη Σπάρτη µαθέ.
ΚΥΝΟΥΡΙΑ (ΒΟΥΡΒΟΥΡΑ), 20. αι.
21. Της Λήνισσας την πέτρα λεν πως την άφησε κει πέρα η Λήνισσα, επειδή
είχε δω στο χωριό τα παιδιά της και της πέθαναν, κι είπε να µην
ξαναπατήσει στο χωριό. Άφησε, που λέµε, µαύρη πέτρα πίσω της. Και τόντις
η πέτρα αυτή δεν είναι άσπρη ασβεστόπετρα παρά µαύρη, χωµατένια.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ (ΣΜΟΚΟΒΟ ΚΑΡ∆ΙΤΣΑΣ), 2ο. αι.

22. Τρεις Ελλήνισσες, θεριακές γυναίκες, είχαν ζαλώσει την πέτρα που
ήτουνα στης Σµέρνας το βουνό και ερχόσαντε µε την πετρα, για να µολώσουν
το ποτάµι, να κάνουν πόδι στο ποτάµι, για να πάνε στους Αγώνες. Εκεί που
είναι τώρα η Ζαλόπετρα, την απιθώσανε, για να την άνουνε κάτω στο
ποτάµι. Τότενες το ποτάµι έτρεχε πιο κοντά στο βουνό, στα ριζά του.
Τ΄τενες η µια είπε: - Με του Θεού τη δόξα εφέραµε την πέτρα. Η άλλη όµως
είπε: - Ποια δόξα του Θεού; Με τη δική µας δύναµη τη φέραµε! Και ευτύς
έκανε η πέτρα και τις πλάκωσε.
ΗΛΙ∆Α (ΜΑΚΡΥΣΙΑ), 20. αι. - Της Σµέρνας το βουνό: ο Λαπίθας, πάνω από
το Σαµικό, απέναντι στην Κρέσταινα. Αγώνες: τους Ολυµπιακούς. η
Ζαλόπετρα (από το ζαλώνω = φορτώνω) είναι βράχος αντίκρυ στην Άλτη, από
την απέναντι όχθη του Αλφειού, σφηνωµένος στην πλαγιά του βουνού που
λέγεται Μπάµπας.

23. Στο ∆οµένικο ιστορούν για µια γριά Ελλήνισσα µε το όνοµα Μαγώ πως
κουβαλούσε στην ποδιά της αγκωνάρια για το ναό που χτιζόταν. Όταν όµως
είδε πως ο ναός είχε τελειώσει, τις άφησε να πέσουν στη γη, όπου και
βρίσκονται ώς τα σ΄΄ηµερα.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 19. αι.

24. Οι γυναίκες των Ελλήνων δεν ήταν λιγότεροι αντρειωµένες. Για τις
παλιές κολόνες στο Μελινάδο, τα λείψανα του ιερού της Άρτεµης, οι
κάτοικοι του χωριού και οι γειτονικοί συνοικισµοί πιστεύουν πως είναι οι
ρόκες των γιγαντισσώνε.
ΖΑΚΥΝΘΟΣ, 19. αι.

25. Τη Σκάλα της Παραµυθιάς την έχτισε η Μονοβύζα. Η Μονοβύζα ήταν από
τη γενιά των Ελλένηδων. Είχε ένα παιδί µοναχά, κι αυτό άξιο σαν κι αυτή,
και τση το σκότωσαν οι-γι-άλλοι Ελλένηδες. Άντας έµαθε το σκοτωµό του
παιδιού της, άρπαξε ένα τσουµπάρι και το πέταξε στους φονιάδες. Και
σήµερα είναι το τσουµπάρι αυτό και φαίνεται στσι Κοντάτες.
ΗΠΕΙΡΟΣ (ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ), 20. αι. - Τσουµπάρι = µικρός λόφος.

26. Η Μονοβύζα ήταν από τη γενιά των Ελλένηδων. Είχε ένα βυζί µοναχά,
που το έρριχνε στην πλάτη, γιατί ήταν πολύ µεγάλο και σβαρίζουνταν.
Κατοίκαε στο παλάτι της στη Γκρίκα.
ΗΠΕΙΡΟΣ (ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ), 20. αι. - σβαροίζουνταν = σέρνονταν πάνω στο
χώµα. Γκρίκα: χωριό της Θεσπρωτίας.

27. Στα Μεσκλά των Σφακιών πιστεύουν πως οι αρχαίοι Έλληνες ήταν τόσο
γιγαντόκορµοι, που γονάτιζαν στη θέση Φλοµέ, πάνω από τα Μεσκλά, και
σκύβοντας έπιναν µε το στόµα τους νερό από το ποτάµι των Μεσκλών. Η
απόσταση είναι κάπου τετρακόσια µέτρα.
ΚΡΗΤΗ (ΣΦΑΚΙΑ) , 20. αι.

28. Το ελληνικό φράγµα της χαράδρας στις Γλώσσες οι χωρικοί το λένε το
Πήδηµα της Γριάς και πιστεύουν πως µια γριά από τη γενιά των Ελλήνων
πηδούδε µε µια δρασκελιά τα δεκατέσσερα σκαλοπάτια του.
ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ, 19. αι.

29. Στο ανατολικό στόµιο του Βοσπόρου, πάνω στην ευρωπαϊκή όχθη που
λέγεται Φαναράκια, υπάρχει το Πήδηµα του Έλληνα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, 19. αι.

30. Στην Αθήνα ο λαός πιστεύει πως τα ψηλά σκαλοπάτια του Παρθενώνα
µαρτυρούν άσφαλτα πόσοµεγλόσωµοι ήταν οι Έλληνες. αυτά τα σκαλοπάτια,
λένε, οι Έλληνες τα ανεβοκατέβαιναν άκοπα.
ΑΘΗΝΑ, 19. αι.

31. Οι Αραχοβίτες πιστεύουν πως το παπούτσι ενός παλιού Έλληνα ήταν
κάπου τόσο µεγάλο όσο το ανάστηµα ενός σηµερινού ανθρώπου.
ΦΩΚΙ∆Α (ΑΡΑΧΟΒΑ), 19. αι.

32. Στο Λιοντάρι κοντά στην Παλιάπετρα ώς πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν
πάνω σε µια πλάκα µια µεγάλη γούβα, σε σχήµα τσαρουχιού µεγάλου, και
πίστευαν πως ήταν το αχνάρι από το "τσαρούχι του Έλληνα". Και σήµερα
ακόµα λέγεται πως του άλλου τσαρουχιού το αχνάρι βρίσκεται πάνω σεµια
πέτρα στο δάσος της Αγίας Παρασκευής, νοτιότερα από το Λιοντάρι.
ΑΡΚΑ∆ΙΑ, 20. αι.

33. Μια παράδοση των Καλλιαναίων αναφέρει πως ένας παλώριος γίγαντας,
και τέτοιοι ήταν όλοι οι παλιοί΄Ελληνες, τίναξε το τσαρούχι του που είχε
γεµίσει χώµατα, και από το τίναγµα του τσαρουχιού σχηµατίστηκε ένα µικρό
βουναλάκι µε µορφή κώνου, σπαρτόφυτο, που σήµερα λέγεται Ποδηµάς. Κάτω
από τον Ποδηµά, στην πεδιάδα, κυλάει ο Λάδωνας.
ΓΟΡΤΥΝΙΑ, ∆ΗΜΟΣ ΤΡΟΠΑΙΩΝ, 20. αι.

34. Στη Ζάκυνθο βρήκα την παράδοση πως οι αρχαίοι Έλληνες έπαιρναν τη
δύναµή τους από τρεις τρίχες που φύτρωναν στο στήθος τους. Όταν τις
έκοβαν, την έχαναν, την ξανακέρδιζαν όµως, µόλις ξαναφύτρωναν.
ΖΑΚΥΝΘΟΣ, 19. αι.


Γ' ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥ∆ΙΑ

35. Και ο Φίλιππος ο Έλληνος εβασίλευσεν την Μακεδονίαν µε τους
Φιλίππους και µε την Φιλιππόπολιν. Του Φιλίππου του βασιλέως εγεννήθη
τέκνον άρρεν... Και επονόµασαν το όνοµα του παιδίου... Αλέξανδρον ρωµαϊκά...
(από τον 16ο αι..) - Ρωµαϊκά = ελληνικά. ο Έλληνος = ο αντρειωµένος.
[Όπως φαίνεται, ο λαός µας τη γλώσσα του την έλεγε ΡΩΜΑΪΚΑ κι όχι
ελληνικά, και τον εαυτό του Ρωµηό. ∆ιαφορετικά, ή ο Φίλιππος θα λεγόταν
"Ρωµαίος", ή θα λέγανε "..Αλέξανδρον ελληνικά". ]

36. Ήφεραν του και το σπαθί του Γολιάθ του Έλληνος.
(από τον 16ο. αιώνα)

37. Ψηλέ, λιγνέ µου Έλληνα και δείξη του πλατάνου/ποιάς τα µάτια
κοίταξες κι αρνήθης τα δικά µου;
ΜΕΓΑΡΑ, 20. αι. Ερωτικό δίστιχο.

38. Η Αγγελική της Κούµαινας έχει άντρα παλικάρι/ σαν Έλληνας έχει
τσάµπα και στήθια σαν λιοντάρι.
ΗΠΕΙΡΟΣ, 19. αι. - Τσάµπα = µακριά µαλλιά, κότσο.

39. Εξήντα κύκλους έκαµνεν, βδοµήντα δυο καµάρες/ κι ακόµα δυο
κυκλίσµατα, τον Έλλενον να φάει.
ΚΥΠΡΟΣ, 19 αι. - Τον Έλλενον = τον ανδρειωµένο.

40. Να σαν τη µάνα που γεννά τα τριάντα χρόνια µίαν / κι ευτάει υιόν
τραντέλλενον και νύφη γαλαφόραν.
ΠΟΝΤΟΣ, 19. αι. - Να σαν τη µάνα = χαρά στη µάνα. ευτάει = φτιάχνει,
γεννάει. Τραντέλλενον = τριάντα φορές Έλληνα, πολύ αντρειωµένο.
Γαλαφόραν = άσπρη σα το γάλα.

41. (α) Την Πόλην όνταν όριζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνον...
(β) Εκεί καθούνταν Έλλενοι και τόνε φοβερίζουν... -∆ιαβάστε µε, ναι,
Έλλενοι, την ∆έβαν ας διαβαίνω.
(γ) Τα αίµατα µ' ετύφλωσαν των δράκων των Ελλένων.
(δ) Εκεί πουλία κελαηδούν µε φλιβερή λαλία, εκεί Έλλενοι επέθαναν µύριοι
παλικάρια.
(ε) Έπαρ', υιέ µ', την σπάθην σου, τ' ελλενικόν κοντάρι σ' !
(στ) Εκεί στο πέραν το λιβάδ' µέγαν φωνήν εξέβεν:
σκοτώθκαν οι δράκ' Έλλενοι και µύριοι µυριάδες.
(ζ) Εγώ ήµουνε µάστορας στα ελλενικά τα κάστρα/ κι οι Έλλενοι εµέν'
όρισαν: κατέβα συ στην Πόλη.
ΠΟΝΤΟΣ, 20. αι., από δηµοτικα τραγούδια. - Ο Έλλεν = ο αντρειωµένος.
∆ιαβάστε µε = αφήστε µε να διαβώ. Ελλενικόν κοντάρι = δυνατό.

42. Ελλένκα παλικάρια.
ΠΟΝΤΟΣ, 20. αι. - Βρίσκεται συχνά σε δηµοτικά τραγούδια µε τη σηµασία
του αντρειωµένος. Αντίθετα, Ρωµαίικα παλικάρια = άντρες µε ορθόδοξη
χριστιανική πίστη.

43. Πάαιν', Έλληνά µου, µα έχε το νού σου... Το ζευγαδόπουλο ήταν
αντρειωµένος Έλληνας. - ∆ίνει πελέκι στ' αµίλητα κακόµοι α δένντρα, που
ήσαν σαν όµορφες κοπελούδες και σαν ελληνόπουλα.
ΚΩΣ, 20. αι.

44. (α) Κάθε άντρα που είναι ψηλός και µε πλάτες γερές τον λένε Έλληνα:
αυτός είναι Έλληνας!
(β) Μωρέ σαν Έλληνας είναι τούτος!
ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ, 19. αι. -Πολύ δυνατός.
(γ) ∆ουλεύει σαν Έλληνας, είναι σώκος σαν Έλληνας.
ΑΡΑΧΟΒΑ, 19. αι. - Σώκος = δυνατός.
(δ) Στάθηκε σαν τον Έλληνα στη δουλειά. όλο το καλοκαίρι στάθηκε σαν τον
Έλληνα στο θέρος.
ΚΡΗΤΗ, 20. αι. - ∆ούλεψε παλικαρίσια, ακούραστα.

45. Ελληνική δουλειά ονοµάζουν µια δουλειά που απαιτεί µεγάλη σωµατική
δύναµη, όπως όταν είναι να σηκώσουν µια πέτρα βαριά.
ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ, 19. αι.

46. (α) Στο Μελένικο Έλληνας ειπώθηκε κάποιος βαστάζος πολύ χεροδύναµος.
Η επωνυµία ήταν τόσο σταθερή που το πραγµατικό του όνοµα είχε ξεχαστεί.
ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ, 19. αι.
(β) Στη Μεσαριά το παρωνύµιο Έλληνας δίνεται συχνά σε στιβαρούς
ανθρώπους. Έτσι Έλληνες ονοµάζονται στην Αθηένου και στον Γαδουρά γνωστά
παλικάρια. Ο γέροντας πάλι του Πραστειού πήρε το όνοµα Έλληνας, γιατί
σήκωνε βάρη µεγάλα, δικίµια.
ΚΥΠΡΟΣ, 20. αι.


∆' ∆ΙΑΒΙΩΣΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ

47. Οι παλιοί οι Έλληνοι, παιδιά µου, δεν ήταν σαν εµάς σµέτια και
ψοφίµια. Εµάς µας βάρεσε ο τρισκατάρατος, κι όσο πάµε θα µαραζώνουµε, θα
χαµηλώνουµε και θα πάµε κατά του διαόλου τη µάνα. Αυτούνοι οι Έλληνοι
ήταν αψηλοί σα λεύκες, τρανοί ώς εφτά πήχια. Ήταν και καµπόσοι
µονάντεροι που φτάναν τα εννιά πήχια. Μοναχά το κεφάλι τους έφτανε ένα
πήχη. Τα γένια τους κατηγόριζαν από πάνου απ' το σαγόνι κι έφταναν κι
ακουµπούσαν τα γόνατα. Τσι µουστάκες τσι κοµπόδεναν πίσω στο σβέρκο.
Ήταν χεροδύναµοι. Έπιαναν το κλαρί και το ξερίζωναν. Σήκωναν τσι
κοτρόνες και τις σφεντούριζαν απ' το 'να βουνί κατεπάνου στο άλλο.
Πηδούσαν από τη µιά ράχη στην άλλη. ∆ρασκέλιζαν και περνούσαν τα
ποτάµια. Σκότωναν τα λάφια, τα ζαρκάδια, τ' αγριόγιδα και τ' άλλα τα
αγρίµια µε τσι πέτρες. Πιλαλούσαν µε µεγάλες νταγκλιές. Χούγιαζαν, κι ο
τόπος σειόταν. Περπατούσαν, και το βουνί τραντάζονταν. Ακούγονταν η
λαλιά τους απ' το στερφοτόπι στο γαλαροτόπι. Έπιαναν τσι κορφές απ' τα
ελάτια, τσι κοµπόδεναν κι έφιαναν καλύβια, βάζοντας τροϋρω µπάτζιες,
βαλτόχορτα και ακάτου χαµηλά στη γης µεγάλα κοτρόνια γύρα γύρα. Είχαν
πολλά πρότα και γίδια και γελάδες. Είχαν και πέτρινα µαντριά που τα
άρµεγαν τα πρότα και τα γίδια. Τα κοπάδια τα είχαν χώρια, αλλού τα
γλόρα, αλλού τα λάια, αλλού τα κριάρια, αλλού τα ζυγούρια. Έτρωγαν
κριάς, µια µπουκιά τους ήταν όσο µίνια κότα. Έπιναν γάλα,έπιαναν και
ψάρια. Κυνήγαγαν µε παγάνες τ' αγρίµια. Σα µονάντεροι που ήταν, έτρωγαν
λίγο. Οι θηλυκές οι Έλληνοι ήταν χαµηλότερες. Είχαν µακριά χρυσά µαλλιά
µε κοσιάνες π' ακουµπούσαν στη γής. Έπαιρναν στην αγκαλιά πέντε
προβατίνες και τσι έφερναν στο καλύβι, όταν αυτούνες αρρωσταίναν.
Πότες πότες άρµεγαν και τα γίδια. Μάζουναν νάνες κι άλλες λαχανίδες κι
έφιαναν τσι πίτες. Τα παιδιά, όντας γεννιένταν, ήταν τρανά όσο µια
προβατίνα. Μονάχα οι Έλληνοι δεν ήταν πολλοί. ΄Ηταν λιγοστοί και χάθηκαν.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 20. αι. - Σµέτια = αρνιά που γεννιούνται αργά. Συνεκδοχικά
για τον αδύνατο άνθρωπο. Νταγκλιές = ανοιχτές µεγάλες πηδησιές.
Μπάτζιες = κλαδιά ελάτινα. Πρότα = πρόβατα. Φλόρα = άσπρα. Λάια =
µαύρα. Κοσιάνες = πλεξούδες. Νάνες = αγριολάχανα.

48. Οι παλιοί Έλληνες ήταν πολύ σκληροί, και όσους έπιαναν σκλάβους στον
πόλεµο, κανένα δεν άφηναν ζωντανό. Άλλους τους εχαντακώνανε σ' ένα
χαντάκι που είναι στο βουνό, άλλους τους εβάνανε για σκαλοπάτια εκεί που
πάει ο δρόµος τον κατήφορο στον κάµπο, και άλλους τους ανεβάζανε στην
κορφή του Αι -Λιά, που είναι σαν αλώνι, και εκεί τους αλωνίζανε και τους
τσαλαπατούσαν µε τ' άλογα. Λαι φαίνονται ακόµη τα κόκαλά τους στην
κορφή. Γι' αυτό λέει και το τραγούδι:
Στο χαντάκι τους εχαντακώσανε,
στη σκάλα τους εσκαλώσανε,
Στον Αι Λια τους ελιώσανε.
ΑΡΚΑ∆ΙΑ (ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ), 19. αι.


Ε' ΠΟΛΕΜΟΙ

49. Κοντα στο Νιοχώρι βρίσκονται σωροί από ανθρωπινά κόκαλα, και γι'
αυτό εκείνη τη θέση τη λεν Κόκαλα. Εκεί έγινε τον παλιό καιρό πόλεµος,
και νίκησαν οι Έλληνες.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ (ΜΑΓΝΗΣΙΑ), 19. αι.

50. Στον καιρό των Ελλήνων γίνηκε ένας πόλεµος µεγάλος και φονικός.
Άλλοι απ' αυτούς είχανε καστρωµένα τα βονά της Μάνης, άλλοι τα βουνά της
Μεσσένιας και µερικοί απ' αυτούς είχαν πιάσει το βουνό το Κακαλετρέικο,
που 'ναι στο Κακαλέτρι από πάνου. Γινόταν ο πόλεµος µε βράχους και µε
τουλούπες από ξίγκι µπολιωµένο και καυτερό. Αυτοί που 'χανε το βουνό στο
Κακαλ'ετρι εφτιάσανε και τα ακατανόηα τα χτίρια τα ελληνικά που
φαίνονται εκεί πάνου.
ΑΡΚΑ∆ΙΑ (ΦΙΓΑΛΕΙΑ), 19. αι. - µπολιωµένο = τυλιγµένο σε µπόλια.
seemoss
2012-04-14 11:38:43 UTC
Permalink
Post by seemoss
50. Στον καιρό των Ελλήνων γίνηκε ένας πόλεµος µεγάλος και φονικός.
Άλλοι απ' αυτούς είχανε καστρωµένα τα βονά της Μάνης, άλλοι τα βουνά της
Μεσσένιας και µερικοί απ' αυτούς είχαν πιάσει το βουνό το Κακαλετρέικο,
που 'ναι στο Κακαλέτρι από πάνου. Γινόταν ο πόλεµος µε βράχους και µε
τουλούπες από ξίγκι µπολιωµένο και καυτερό. Αυτοί που 'χανε το βουνό στο
Κακαλ'ετρι εφτιάσανε και τα ακατανόηα τα χτίρια τα ελληνικά που
φαίνονται εκεί πάνου.
ΑΡΚΑ∆ΙΑ (ΦΙΓΑΛΕΙΑ), 19. αι. - µπολιωµένο = τυλιγµένο σε µπόλια.
ΣΤ' ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

51. Απάνω στη Σαµαριά είναι παλιά χώρα των Ελλήνων. Εδακεί ετελειώσαν οι
Ελλήνοι. Και λέγουνε οπώς έχει εκεί θησαυρό, όµως δεν εβρέθηκε.
ΚΡΗΤΗ (ΣΦΑΚΙΑ), 19. αι.

52. Στο Λαηνά του Σουφλιού είναι ένας τσοπάνος που φτιάνει θαυµάσιες
γκλίτσες. Σε µια από αυτές παρίστανε τον Τούρκο να κόβει το κεφάλι ενός
Έλληνα. Ο Έλληνας στέκει όρθιος, και µε χωρίς κεφάλι που είναι. Και όταν
ρώτησαν τον τσοπάνο γιατί στέκετα όρθιος, αφού είναι χωρίς κεφάλι,
αποκρίθηκε: - γιατί είναι Έλληνας!
ΘΡΑΚΗ (ΣΟΥΦΛΙ), 20. αι.

53. Για τον Παλιοµαγουλά, κάστρο της ∆υτικής Μακεδονίας, λέγεται πως
είναι από τον καιρό των Ελλήνων, που πολέµαγαν µε τα δοξάρια και ζούσαν
τετρακόσια χρόνια οι άνθρωποι και σκόνταβαν και πέθαιναν.
∆ΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ, 20. αι.

54. Οι παλιοί Έλληνες ήταν ψηλοί σαν τις ψηλότερες λεύκες, και όταν
έπεφταν χάµω, πέθαιναν, γιατί δεν µπορούσαν να σηκωθούν. Για αυτό ο
µεγαλύτερος όρκος των ήταν: να πέσω, α δε λέω αλήθεια!
ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 19. αι.

55. Ο µπαρµπα-Πρόδροµος από τη Βεργίνα δηγιέται πώς βρήκε κάποια µέρα
ένα σκελετό παλιό:- Είχε µια κολοκύθα! Να, ίσαµ' ένα ντενεκέ! Κάτι
αρίδες ού! ∆υό πήχες! (Και ανοίγει όσο µπορεί τα χέρια του). Μωρέ ήτανε
γίγανοι οι παλιοί, ίσαµε κει απάνω, Και δε φονούνταν θάνατο, να πεις.
∆εν πεθαίνανε ποτές. Μονάχα σα σκοντάβανε και πέφτανε τα µπρούµυτα,
άντε, άντε, άντε, πάει τέλεψε! Για κείνο ο πιο τρανός τους όρκος ήτανε:
Μα το σκονταµό!, γιατί µονάχ' αυτόν τροµάζανε.
ΜΑΚΕ∆ΟΝΙΑ, (ΒΕΡΓΙΝΑ ΒΕΡΟΙΑΣ), 20. αι.

56. Οι Έλληνες χαθήκαν όλοι όταν κάποτ' έπεσε πείνα µεγάλη στη γη. Τότε
καθένας τους έπαιρνε λίγες τροφές και έµπαινε στον τάφο του, για να
βρεθεί θαµµένος, όταν οι τροφές του θα τελείωναν και θα πέθαινε.
ΚΡΗΤΗ, ΣΦΑΚΙΑ, 20 αι.

57. Στα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα µέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι
Έλληνες. Αυτοί έχτισαν το κάστρο µας. Τις µεγάλες βαριές πέτρς που
βλέπεις εκεί τις κουβαλούσαν µε τα χέρια τους. Οι Έλληνες δεν έµοιαζαν
µε τους σηµερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσσια. Καθένας τους
στην καθησιά του έτρωγε ένα ολόκληρο βόδι και όσα καρβέλια µπορεί να
ψήσει ένας φούρνος µεµιάς. Για να καταλάβεις πόσο γερά έτρωγαν: κάποτε
αρρώστησε το παιδί µιας Ελλήνισσας και έχασε την όρεξή του. Όταν άρχισε
να παίρνει τ' απάνω του, µια γειτόνισα ρώτησε τη µητέρα πώς τα ηγαίνει ο
γιός της. - Κάτι καλλίτερα, είπε εκείνη. Σήµερα έφαγε πέντε καρβέλια
ψωµί και ένα βουβαλοκέφαλο. Με αυτό ήθελε να δείξει πως η όρεξη του
παιδιού της είχε αρχίσει να ξανάρχεται. Αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν σιγά
σιγά και χάθηκαν, γιατί η γή, τόσο που έτρωγαν, δε βαστούσε να τους θρέψει.
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ, 20, αι.

58. Φόντες ήµουν εφτά χρονώ παιδούλα, έσκαβα µια µέρα µε τον
µπάρµ-Αναγνώστη τον εκκλησιάρη στην Παλιόχωρα για µια θαµατουργή εικόνα.
Όποθ να, ξεθάβουµε κάτι κάρακλα και ραχοπόδαρα, τόσα! - Ου, µπαρµπ-
Αναγνώστη, είπα, τι άνθρωπι είναι τούτοι; - Αµ οι παλιοί Έλληνες, κόρη
µου είταν δρακοθεµελιακοί. Θηλικιά ώρα δεν ήξεραν ποτέ. Έρριναν οι
γυναίκες το βυζί στην πλάτη για να βυζάξουν το παιδί κι οµπρός ζύµωναν.
Κι οι-γι-άντρες, γιε µου, έδεναν τα µουστάκια πίσω στο κεφάλι, όταν
έτρωγαν. Τέτοια θεριά ακετέλυτα ήταν! - Καλά , και δεν πέθαιναν; - Πώς
δεν πέθαιναν! Το νου τους τον είχαν στον αγέρα, και από το πολύ τ'
ασικλίκι δεν τήραγαν τη γης. Εκεί που πάναιγαν σ' ένα
γλέντι µε το κεφάλι απάνω όλοι αντάµα, δεν τήραξαν ένα χάσµα µπροστά
τους και διάβηκαν ολοσούσουµοι στον Κάτω Κόσµο. Για δαύτο τη λεν
Παλιόχωρα! Και λέοντας αυτά ο µπαρµπ-Αναγνώστης ο κλησιάρης βάρεσε κι η
αξίνα απάνω στο κόνισµα της Παναγίας, µεγάλη η χάρη της!
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΛΕΥΤΕΡΟΧΩΡΙ ΦΙΛΙΠΠΙΑ∆ΑΣ, 20. αι.

59. Στα Κράβαρα κατοίκησαν Έλληνες, µεγάλοι, αντρειωµένοι. Σε λίγο όµως
έπεσαν φοβερά κουνούπια, µε µύτες σιδερένιες που κυνηγούσαν κι
εθανάτωναν τους Έλληνες, ώσπου αναγκάστηκαν όσοι είχαν αποµείνει να
φτιάσουν µεγάλα πιθάρια και να θαφτούν µέσα εκεί ολοζώντανοι. Κι έτσι
αφανίστηκε από τα Κράβαρα η πρώτη γενιά , η µεγάλη, η αντρειωµένη.
ΑΙΤΩΛΙΑ, ΚΡΑΒΑΡΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ, 19. αι.

60. Για να φτιάσουν το κάστρο της Κουκουλίστας οι Έλληνες, επειδής δεν
έβρισκαν εκεί σιµά µεγάλα λιθάρια, πήγαιναν σε δυο ώρες µακριά και
κουβάλαγαν πέτρες από πάνω από τα Σχωρέτσαινα. Σήκωναν πέτρες τόσο
µεγάλες, που δεν µπορούν τώρα να τις αναταράξουν ούτε µε βιζίλες. Τόσο
στοιχειωµένοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι, γυναίκες άντρες. Αλλά τότες τους
ήρθε ο σωσµός τους. Ο Θεός έστειλε κάτι κουνούπια που τους τσίµπαγαν και
πέθαιναν ο ένας κοντά στον άλλον. Και µια Ελλένισσα, πόφερνε ένα θεόρατο
λιθάρι για το κα΄στρο, δεν πρόφτασε να τ' αποσώσει στην Κουκουλίστα και
πέθανε στο δρόµο. Και το λιθάρι έµεινε σιµά στο λαγκάδι που χωρίζει την
Τζιούµα από τα Σχωρέτσαινα.
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΣΧΩΡΕΤΣΙΝΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, 20. αι. - Βιζίλιες= µοχλοί.

61. Οι παλιοί Έλληνες πέθαιναν ο ένας κοντά στον άλλο, γιατί τους
τσίµπαγαν κάτι κουνούπια µεγάλα, θεοκούνουπα, πόστειλε ο Θεός για να
τους καταστρέψει. Πολλοί από αυτούς, για να γλιτώσουν, τρύπωναν µέσα
στους λόγγου, στις σπηλιές κι όπου πρόφταιναν. Ένας τυφλώθηκε, κι ύστερ'
από καιρό βγήκ' από το σπήλιο που 'ταν κρυµµένος, κι εκεί ήβρηκε έναν
ζευγίτη απ' τη νέα πλάση και του ζήτησε να του δώκει το χέρι του. Ήθελε
να δοκιµάσει τι δύναµη έχουν οι άνθρωποι από τη νέα γενιά. Ο ζευγίτης
φοβήθηκε κι αυτός να του δώκει το χέρι του. Τόδωκε το υνί απ' τ' αλέτρι.
Ο Έλληνας το 'πιασε µε τη χερούκλα του, το χεράκωσε και το
'σφιξε τόσο πολύ που το 'καµε σαν προζύµι µαλακό, και το υνί έβγαλε
νερό. Τότε ο Έλληνας είπε: - Και σείς είστε γεροί, όχι όµως σαν εµάς.
Εµείς ήµασταν δυνατότεροι!
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΣΧΩΡΕΤΣΑΙΝΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, 20, αι.

62. Παλιόν καιρό οι-γι-αθρώποι ήταν πολύ µεγάλοι. Μεγαλύτεροι απ' όλους
ήταν οι Ελλένηδες. Αυτοί ήταν κακοί αθρώποι. Γι' αυτό ο Θεός έστειλε
κάτι κουνούπια µεγάλα µε µύτες σιδερένιες και τους κυνήγαγαν. Μοναζά τη
νύχτα έβγαιναν οι αθρώποι, που κοιµούνταν τα κουνούπια, και το πουρνό,
πριν βαρέσει ο ήλιος, και το βράδυ, µότι βασίλευε. Όλη την άλλη µέρα
κάουνταν µες στη γης. Είχαν φκιάσει εκεί κατοικιά ίσια για έναν άνθρωπο.
Είχαν το ψωµί τους, το νερό τους σε µποτίλιες, τη λάµπα τους κι ό,τι
άλλο χρειαζούµενο. Μα δε µπόρειαν να ζήσουν όλη τη µέρα κλεισµένοι, κι
ένας ένας χάθηκαν. Σήµερα σκάφτουν και βρίσκουν τα
κατοικιά τους, σεντούκια λιθαρένια. Μεσα βρίσκουν τα κόκαλά τους,
λάµπες, µπότια και ό,τι άλλο είναι.
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, 20. αι. - µπότια= στάµνες.

63. Οι Γέλληνες µια φορά περηγανεύτηκαν κι ήθελαν να φτάσουν το Θεό. Για
να τον φτάσουνε ,έχτιναν ένα κάστρο τον ανήγορο. Λέει ο Θεός: - Έτσι
είστε σεις; Σας κάνω γω και δε βλέπετε ένας τον άλλον! τους έδωκε οργή,
κι όθε βρίσκεταν ο καθένας πέθαινε αδεκεί. Επειδή ο καθένας γνώριζε πως
θα πεθάνει, έφκιανε τον τάφο του µοναχός του, κι έβανε ό,τι χρειάζεταν:
το κανατάκι του, το λυχναράκι του, το πιατάκι του, κι άλλο ό,τι του
χρειάζεταν. Άµα τα 'φκιαε ούλα αυτά, πάαινε µοναχός του κι έµπαινε µες
στον τάφο του. Άµα πάαινε µέσα, λάλαε ένα κουνούπι
στ' αυτί του, και πέθαινε εκεί µέσα που βρίσκουνταν. Έτσι έπαθαν µια
φορά οι Γέλληνες , και βρίσκουµε τα µνήµατά τους σήµερα ακόµα από ράχη
σε ράχη. Κι εκεί µέσα τα κανατάκια τους, τα λυχναράκια τους κι ούλα τα
στράγκια τους. Οι Γέλληνες µια φορά ήταν άντρες θεριά, όχι σαν τ' εµάς
σήµερα τους κακαντράκηδες. Σήκωναν βουνά ακέρια. ∆εν τηράτε τα παλιά τα
κάστρα µε τι πέτρες είναι χτισµένα; Εκειές τις πέτρες τις σήκωναν µε τα
χέρια τους και τις απίθωναν.
ΑΙΤΩΛΙΑ, 19. αι. - Στράγκια = πήλινα αγγεία για ψάρεµα.

64. Στον καιρό των αρχαίων Ελλήνων οι -γι-αρχαίοι Έλληνες εθέλανε να
γενούνε πια πάνω απού το Θεό, και δεν κατεβαίνανε απάνω απου τ' άλογά
ντως, µόνο επηαίνανε κι ετσιµπύσανε το αντίντερο απού τ' αλόγατα µε τα
σπαθιά, και δεν επηαίνανε στην εγκλησιά. Ο Θεός γι' αυτό τσι γκρεµισε
και τσι 'καµε διαόλους. Ο άγγελος είπε - Κύριέ µου, θα κατεβούνε να
κάψουνε τον κόσµο εκειά που θα πάνε. Λέει τότες ο Θεός: - Στέσε τσι! Ο
άγγελος τότε τως είπε: - Στήτε, είπε ο Θεός, και διασκορπιστείτε! Και
στένει τσι πάλι. Όσοι 'σανε στον αέρα και δεν ήσανε πεσµένοι, πειράζουν
εδά στον αέρα. Όσοι επέσανε στην ξηρά, πειράζουνε στα φρούδια, κι όσοι
επέσανε στο νερό, εγενήκανε ανεράιδες.
ΚΡΗΤΗ, ΣΗΤΕΙΑ, 20. αι.

65. Οι αρχαίοι Έλληνες ήτανε κακοί, κι ο Θεός τσι ξεβαρέθηκε κι ήπεψε
τον άγγελο και τως είπε: - τρεις χρόνους λίµα ή τρεις ώρες πόλεµο; Αυτοί
είπανε: -τρεις χρόνους να πεινούµε δε βαστούµε. Καλλιά τρεις ώρες
πόλεµο! Ετότες ήπιασε ο άγγελος το σπαθί ντου και τσι κοβε ισαµ' απού
ξετελέψανε, τρεις ώρες. Ύστερα ήσυρε το σπαθί ντου, ήπιασε ένα πανάκι
και το πάστρεψε,, κι απόι το 'βαλε µέσα σ' ένα γυαλάκι και το φύλαξε,
ύστερα το 'θαψε µέσα στη γή. Σαν πέρασε πολύς καιρός κι εξαναγίνανε πάλι
οι-γι-άνθρωποι, ήτυχε κι επήε ένας άνθρωπος και ήσκαφτε, και βρίσκει το
γυαλί και το ξεστουµπώνει και πετάται η πανώγλα έξω και ξεκάνει τσι, κι
επόµενε µόνο πούκι ένας χωντανός.
ΚΡΗΤΗ, 20.αι.


Ζ' ΕΛΛΗΝΕΣ, ΤΑΦΟΙ ΚΑΙ ΜΥΛΟΡ∆ΟΙ

66. Στο δρόµο από του Θεολόγου στην Αλύκη, στο δάσος, είναι θαµµένος
ένας από τους παλιούς Έλληνες.
ΘΑΣΟΣ, 19. αι.

68. Κοντά στην άκρη τ' Αργυρώνιο, το Ματζάρ Μπουρνού, είναι ένας ψηλός
όχτος. Στην κορφή του έχει ένα άπλωµα πλακοστρωµένο µε µαρµαρένιες
πλάκες ώς πέντε µέτρα το µάκρος και δυο δυόµισι πλάτος. Αυτό είναι το
µνήµα του Έλληνα, και λεν πως είναι θαµµένος ένας Έλληνας τόσο µεγάλος,
όσο είναι το µνήµα του.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, 19. αι.

68. Κοντά στον Άγιο Πέτρο βρίσκεται µια τοποθεσία που λέγεται οι
Φονεµένοι. Οι σωροί τα χώµατα και οι πέτρες που βλέπει κανείς εκει
δίνουν την εντύπωση πως έχουµε να κάνουµε µε τάφους, µόνο που φαίνονται
πολύ µεγάλοι. Έτσι γεννήθηκε η παράδοση ότι στους τάφους αυτούς
βρίσκονται θαµµένοι Έλληνες γιγαντόσωµοι, που έτυχε να σκοτωθούν εκεί.
Ένας γέρος Μπαρµπιτσιώτης διηγήθηκε την ακόλουθη σχετική ιστορία:
Εκείπου το λεν στους Φονεµένους, που είανι οι οβολιοί, εσκότωσαν τρες
Έλληνες και τους θάψανε. Ήντουσαν θεριά, Έλληνες µαθέ, αλλά τους πότισαν
κρασί µε τ' ασκί και τους µέθυσαν. Τ' άκουσε η αδερφή τους η βασιλοπούλα
και 'ριξέ ' να λιθάρι θεόρατο από δυο ώρες δρόµο, που το λεν της
βασιλοπούλας το κοτρόνι, δεξιά µεριά που πάµε στον Αι-Πέτρο.
Μας σαν ήρθε, τους βρήκε σκοτωµένους.
ΚΥΝΟΥΡΙΑ, 20. αι. -οβολιοί = σωροί από πέτρες.

69. Στους βοσκούς γύρω από το ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες ζει ακόµα
σήµερα το όνοµα των Ελλήνων. Με αυτό το όνοµα χαρακτηρίζουν καθετί που
πιστεύεται ηρωικό και γικάντιο. για τον εαυτό τους κάθε άλλο παρά που
θαρρούν πως είναι οι κληρονόµοι της δόξας των παλιών κατοίκων. Η απλοϊκή
σκέψη αυτών των βοσκών θεωρεί τους Έλληνες προγόνους των Φράγκων, ξένους
τεχνίτες που κάποτε κρατούσαν τον τόπο αυτόν. Έτσι εξηγεί γιατί οι
Ευρωπαίοι ταξιδεύουν στα µέρι αυτά και δίνουν τόση σηµασία σε ό,τι έχει
αποµείνει από εκείνους.
ΑΡΚΑ∆ΙΑ, 19. αι.

70. Ο ζήλος των Άγγλων περιηγητών, των µυλόρδων, να τα δούν όλα
βιαστικά, να τα σχεδιάσουν και, αν µπορούν, να πάρουν µαζί τους καµµιάν
αρχαιότητα ή τουλάχιστο ένα κοµµάτι µάρµαρο, έγινε αφορµή στους
Καστρινούς να σχηµατίσουν την ακόλουθη παράδοση: Οι Μυλόρδοι δεν είναι
χριστιανοί, γιατί κανείς ποτέ δεν τους είδε να κάνουν το σταυρό τους. Η
γενιά τους είναι από τους παλιούς ειδωλολάτρες τους Αδελφιώτες, που
φύλαγαν το βιό τους σ' ένα κάστρο που το 'λεγαν Αδελφούς, απ΄τους δυο
αδελφούς τα βασιλόπουλα του το χτισαν. Όταν η Παναγία και ο Χριστός
ήθραν σ' αυτούς τους τόπους και όλοι οι άνθρωποι ολόγυρα έγιναν
χριστιανοί, οι Αδελφιώτες σκέφτηκαν πως ήταν καλλίτερα γι αυτούς να
φύγουν. Κι έφυγαν στη Φραγκιά και πήραν και όλα τα πλούτη τους µαζί. Από
αυτούς είναι οι Μυλόρδοι, και έρχονται τώρα εδώ και προσκυνούν αυτά τα
λιθάρια.
ΦΩΚΙ∆Α, ∆ΕΛΦΟΙ. 19. ΑΙ. -Καστρινοί είναι οι κάτοικοι των ∆ελφών, που στο
Μεσαίωνα λεγόταν Κάστρο. Το όνοµα ∆ελφοί δέθηκε παρετυµολογικά µε τη
λέξη αδελφός.

71. Όταν ο Μυλόρδος άρπαξε τη µια από τις έξι κόρες του Κάστρου,
πρόσταξε τους Τούρκους να του παραδώσουν µέσα στη νύχτα και τις άλλες
κόρες. Όταν όµως οι Τούρκοι δοκίµασαν να τις βγάλουν από τη θέση τους,
τις άκουσαν που θρησνούσαν και φώναζαν για την αρπαγµένη τους αδερφή.
Φοβισµένοι αρνήθηκαν να συνεχίσουν την προσπάθεια. Τα κλάµατα των
µαρµαρένιων κοριτσιών ακούστηκαν και κάτω στην πόλη από πολλούς κατοίκους.
ΑΘΗΝΑ, 19. ΑΙ. Μυλόρδος είναι ο Λόρδος Έλγιν, που στα 1800 έκλεψε µια
από τις Καρυάτιδες του Ερέχθειου.

72. Στη ∆ασκαλόπετρα ήταν από παλαιικά χρόνια κρυµµένος ένας θησαυρός.
Είναι όµως καµµιά εικοσαρια χρόνια που ήρθανε δυο µυλόρδοι και τον
πήρανε. Αυτοί έµαθαν πού ήταν ο θησαυρός από τα παλαιά βιβλία που
διάβαζαν στον τόπο τους, είχαν και τη Σολοµωνική και τον ήβραν. Εκεί που
τον έπαιρναν, ήταν µπροστά και ο αδελφός µου, παιδί ώς δεκαπέντε χρονώ,
και οι µυλόρδοι τον έδειραν και τον έδιωξαν, για να µη τους προδώσει.
Εκείνος όµως είδε το γυαλένιο αγγείο που είχε το θησαυρό και το πήρανε.
ΧΙΟΣ, 19. αι.

73. Μέσα στο νησί µας βρίσκεται χωσµένο στη γης βιός µεγάλο, της Κρήτης
το λογάρι, και οι Φράγκοι το χουν σηµειωµένο στα βιβλία τους. Όσο µένει
χωσµένο, το νησί θα υποφέρει δυστυχία, οταν βρεθεί, θα πλουτίσει. Είναι
κρυµµένο αναµεσό Λάµοντας και Χάσκοντας, και θα το βρει χήρας γιος και
χοιροβοσκός.
ΚΡΗΤΗ, 19.αι. - Λάµοντας και Χάσκοντας: πλαστά τοπωνύµια.

74. Κάπου σε κάποιο από τα παλά χαλάσµατα των παλαιών Ελλήνων είναι
χωµένη µια αντίκα, πο χει απάνω σκαλισµένα τη γουρούνα µε τα
γουρουνόπουλα. Αυτή τη αντίκα γυρεύουν να βρουν όλοι όσοι σκάβουν στα
χαλάσµατα, και Φράγκοι και Έλληνες. Γιατί χαρά στη µοίρα του κείνου που
θα την έβρει! Όπου είναικρυµµένος θησαυρός, θα τον βρίσκει, τα χρήµατά
του δε θα σώνονται ποτες, και όλες οι δουλειές του θα πηγαίνουν καλά. Μα
φαίνεται πως κανείς ακόµα ώς τώρα δε τη βρήκε.
Από πολλές περιοχές της Ελλάδας, 19. αι.


Η' ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΤΙΣΜΑΤΑ.

75. Ψηλά στην κορφή του Ολύµπου είναι ένα παλάτι µε κολόνες µαρµαρένιες,
που ένας βοσκός µόνο το είδε µια φορά, κι άλλος κανείς ποτέ δε θα το
δει. Είναι ένα πλατύ αλώνι, που τον παλιό καιρό παλευαν και παράτρεχαν,
να ιδούν ποιος θα νικήσει.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 19. ΑΙ.

76. Κοντά στο Κουτσοµάδι είναι κάµποσες γκρεµισµένες µαρµαρένιες κολόνες
από το παλάτι ενός βασιλιά των παλιών Ελλήνων. Γι αυτό τα χαλάσµατα
λέγονται τα Βασιλικά.
ΚΟΡΙΝΘΙΑ, ΝΕΜΕΑ. 19. αι.

77. Ακόµα και το κτούριο το ελληνικο και όπου γήταν εις την µπεριοχήν
του χωριού µας εις το Πρυγί, ο Πύργος, ως και αυτός εγκρεµίστη, οπού
γήταν από τον καιρό των Ελλήνων.
ΛΕΥΚΑ∆Α, 18.αι - Από έγγραφο της 21ης Μαιου 1766 των κατοίκων του
χωριού Πόρος που περιγράφει την καταστροφή που προκάλεσε µια δυνατή
καταιγίδα.

80. Στην περιοχή του χωριού Μέλανες µια τοποθεσία ονοµάστηκε Έλληνας από
έναν µεγάλο αρχαϊκό κούρο που βρίσκεται στο εκεί λατοµείο.
ΝΑΞΟΣ, 20. αι.

81. Κάθεται σαν τον Έλληναν, λέγεται στη Λεµεσό για όποιον κατοικεί
κατάµονος έξω από τον κοινό συνοικισµό.
ΚΥΠΡΟΣ, 20. αι.

82. Στο Μέτσοβο, που µιλούν κουτσοβλάχικα, έχουν το ακολουθο ερωτικό
δίστιχο (σε µετάφραση): "Εµείς είµαστε Έλληνες (Ελάσλι), αυτοί από τον
κάµπο είναι Γραικοί , και δεν σου πρέπει εσένα, Λενιώ, να τους κοιτάς".
ΗΠΕΙΡΟΣ, 20. αι.
[ Λατινογενής η κουτσοβλάχικη γλώσσα, άρα Γραικός= Έλληνας. Ελασλί=
αντρειωµένος. Άρα, δεν είναι Έλληνες.]

83. Στη Σάµη, είναι µερικές τρύπες άπατες, όπως η Μελισσάνη, τα
Αγκαλάκια, οι Άγιοι Θεόδωροι. Εκεί ήταν τον παλιό καιρό χτισµένες
εκκλησιές των Ελλήνων, αλλά εβούλιαξαν, και από τότε συνάζονται σ' αυτές
οι διάβολοι. Γι' αυτό, άµα θέλει να βλαστηµήσει κανείς, λέει: Να σε
πάρουν ούλοι οι διάβολοι από τη Μελισσάνη!
ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ, 19. αι.

Loading...